ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ, ΜΕΛΟΥΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

 

Το πως νοιώθει και το πως αυτοπροσδιορίζεται ένας λαός δεν εξαρτάται από το DNA του, αλλά από το πόσο βαθιά πάνε μέσα στον χρόνο οι ρίζες του, ποια νάματα τον  θρέφουν, ποια γλώσσα συντήρησε δια των αιώνων, ποια περηφάνεια νοιώθει για την καταγωγή του, ποια Παιδεία έχει και πόσο σεβασμό δείχνει στους προγόνους και στην ιστορία του.

Ωστόσο, η έρευνα του Ινστιτούτου Γενετικής ήλθε με την σειρά της να αποδείξει την Ελληνική γονιδιακή ταυτότητα των Κυπρίων. Η μελέτη αποδεικνύει την στενότατη γονιδιακή συγγένεια των Ελλήνων της Κύπρου, της Κρήτης καθώς και της ελληνικής μειονότητας της Κάτω Ιταλίας, της Magna Grecia. Από την ίδια έρευνα, αποδεικνύεται ξεκάθαρα ακόμη ένα σημαντικό ιστορικό γεγονός, αυτό των ελληνικών γονιδιακών καταβολών της πλειοψηφίας των Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι εξαναγκάστηκαν σε εξισλαμισμό.

Δυστυχώς, τα πιο πάνω επιστημονικά συμπεράσματα, προσπάθησαν κάποιοι να τα παραχαράξουν. Η παραχάραξη της ιστορίας και της πραγματικότητας από συγκεκριμένους κύκλους είναι εμφανής. Η δική μας η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη από την παρουσίαση την αλήθειας.

Πέραν του ελληνικού DNA των Κυπρίων, για εμάς ύψιστη σημασία έχει ο Λόγος του Ισοκράτη: «Έλληνες εισί οἱ μετέχοντες τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας» .  Για την κατανόηση του βαθύτατου τούτου λόγου θα πρέπει να απαντηθεί  το ερώτημα, τι εστί η ελληνική παιδεία;

Προς το σκοπό αυτό, παραθέτουμε απόσπασμα από την συνέντευξη του ομότιμου καθηγητή ιστορίας  του  Πανεπιστημίου Αθηνών στην εφημερίδα το «Βήμα» με τίτλο «Η Eλληνική παιδεία είναι “κληρονομηθέν χρέος”».

«Τα ψυχικά θεμέλια της συλλογικής ταυτότητας των Ελλήνων είχαν μιαν ιδιαίτερη δύναμη. Δεν ήταν μια οποιαδήποτε θρησκεία, μια οποιαδήποτε γλώσσα, ένα οποιοδήποτε ιστορικό παρελθόν, ένας τυχαίος τόπος. Ήταν η κρατούσα θρησκεία και το ιστορικό παρελθόν του κυρίαρχου πολιτισμού της εποχής, του ευρωπαϊκού και δυτικού. Ήταν επίσης η υποδειγματική γι’ αυτόν τον πολιτισμό γλώσσα: η Ελληνική. Και ο τόπος καταγωγής των Ελλήνων δεν ήταν τυχαίος· ήταν ένας τόπος ωραίος, φωτεινός και συμφιλιωτικός με τη ζωή· έτσι ώστε οι Ελληνικές χώρες, ως τόπος αναφοράς, ως γενικότερο σύμβολο καταγωγής, να είναι πηγή θαυμασμού για τον ξένο, για τον Έτερο, και υπερηφάνειας για τον Εαυτό, για τον Έλληνα – έστω και αν αυτοονομαζόταν κάποτε ρωμιός ή γραικός. Μου φαίνεται ότι πάνω στα ισχυρότατα αυτά ψυχικά θεμέλια στηρίχθηκαν από νωρίς η φιλοπατρία και ο αρχέγονος εθνικισμός που χαρακτήριζε όλο και ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού πριν και μετά την Επανάσταση. Και σε αυτά επάνω τα θεμέλια έχτισε το κράτος τον προχωρημένο εθνικισμό του 19ου αιώνα – με τους μηχανισμούς της προβολής του, αδιάκοπης και προπαγανδιστικής, με τη νομιμοποιητική στήριξη της αυτοκέφαλης Εκκλησίας, με την εκπαίδευση και με όλες τις άλλες λειτουργίες εγκοινωνισμού των Ελληνοπαίδων”. Σε αυτά τα ψυχικά θεμέλια στηρίζεται και η δική μου αγάπη για την Ελλάδα – αλλά χωρίς τα ψιμύθια της συμπλεγματικής και ρατσιστικής “ανωτερότητας”. Υπερηφανεύομαι για το παρελθόν του τόπου μου, αλλά την παιδεία που μου κληροδότησε αυτό το παρελθόν δεν τη θεωρώ δικαίωμα – την αισθάνομαι ως “κληρονομηθέν χρέος”».

Όσοι λοιπό προωθούν εσκεμμένα ή αφελώς  την αποκοπή του Κυπριακού Ελληνισμού από τις ρίζες του και την δημιουργία ανθρώπων χωρίς πολιτισμική ταυτότητα ας γνωρίζουν ότι για μας η ελληνική παιδεία είναι “κληρονομηθέν χρέος”. Η  δική μας η αγάπη για τον Ελληνικό πολιτισμό και τις αξίες του, δίχως ρατσιστική διάθεση και ως αίσθηση κληρονομηθέντος χρέους, μας καλούν να παλέψουμε με όλες μας τις δυνάμεις για την επίτευξη λύσης η οποία να ενσωματώνει τους εξισλαμισθέντες Έλληνες «μουσουλμάνους Κύπριους» στην Κυπριακή Δημοκρατία και να αφαίρει κάθε δικαίωμα επιβουλής της Τουρκίας σ’ αυτούς αλλά και σ’ εμάς.

Στο πιο πάνω πλαίσιο, η Αλληλεγγύη καθώς και όλες οι ανθρωποκεντρικές και αληθινά προοδευτικές δυνάμεις, θα προωθήσουμε από κοινού την βιωματική ελληνική παιδεία στα εκπαιδευτήρια μας, ελληνική παιδεία που δημιουργεί ανθρώπους ελευθέρους, με οξεία κριτική και αίσθημα ευθύνης.

Μόνο στα πλαίσια της ορθής ανθρωπιστικής παιδείας  , της εξερεύνησης και ανάπτυξης της εθνολογικής/πολιτισμικής μας ταυτότητας  μπορεί να αναπτυχθεί η αλληλοκατανόηση και η συνύπαρξη  των ανθρώπων, και όχι μέσω της αποκοπής των ανθρώπων από τις ρίζες τους και την κατασκευή άβουλων και αποχαυνωμένων ατόμων.