Της Ελένης Θεοχάρους

Σε πρόσφατη ανακοίνωση μου για τις τοποθετήσεις Μογκερίνι σε επιστολή που μου απέστειλε ως προς τις υποχρεώσεις που προκύπτουν για την ΕΕ από την Συνθήκη και συγκεκριμένα από το άρθρο 42 (7) σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης εναντίον κράτους-μέλους της, από τρίτη χώρα, ενώ υπηρεσιακές παράγοντες επισημαίνουν ότι ουδέποτε ετέθη από Κυπριακές Κυβερνήσεις ενώπιον της ΕΕ το Κυπριακό ως θέμα στρατιωτικής επίθεσης και ως συνεχιζόμενης απειλής. Η δική μου βιωματική εμπειρία είναι ότι η πολιτική  ορολογία του γλωσσαριού κυριαρχούσε στην δουλική στάση που εφαρμοζόταν αδιαλείπτως από την ημέρα της ένταξης.

Όπως ήδη έχει ανακοινωθεί, έθεσα προ τριμήνου περίπου, ενώπιον της Μογκερίνι όλα τα στοιχεία, περιλαμβανομένων των προσφάτων στρατιωτικών κινήσεως της Τουρκίας, των απειλητικών δηλώσεων τούρκων στρατιωτικών και πολιτικών ηγετών και ειδικά του Ερντογάν και την προκλητική στάση της Τουρκίας εναντίον της Ελλάδας. Επεσήμανα επίσης ότι όλες οι πολιτικές της Τουρκίας αποσκοπούν στην αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων Ελλάδος και Κύπρου.

Ταυτόχρονα, με την ερώτηση μου στην Ύπατη Εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, Φεντερίκα Μογκερίνι, εξέφρασα τόσο την ανησυχία μου ως προς την τις τουρκικές ενέργειες , όσο και για τις απειλές, που μπορεί να φθάσουν μέχρι την ένοπλη επίθεση.  Και ζήτησα  διευκρινήσεις για τους όρους εφαρμογής του άρθρου 42 (7), σε περίπτωση που ένα κράτος-μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση από τρίτη χώρα, είτε το κράτος –μέλος  ανήκει στο ΝΑΤΟ, είτε όχι. Επίσης ζήτησα να ενημερωθώ για τις συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες προτίθεται να προβεί η Επιτροπή για την ενεργοποίηση και εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης, στην περίπτωση που η Τουρκία επιτεθεί στην Κύπρο.

Βάσει των κανόνων η κυρία Μογκερίνι όφειλε να απαντήσει μέσα σε ένα μήνα, αλλά δυστυχώς η απάντηση της ήλθε μόλις προ εβδομάδος και ήταν ασαφής και ασυνάρτητη.

Αφήνει δε τεράστια περιθώρια ερμηνείας του άρθρου 42 (7) της Συνθήκης. Αυτό αποδεικνύει ότι με τα σημερινά δεδομένα η Κύπρος δεν μπορεί να υπολογίζει σε βοήθεια από την ΕΕ σε περίπτωση που δεχθεί επίθεση,  αλλά και ότι ,  η Ένωση όχι μόνο δεν είναι έτοιμη να στηρίξει τα κράτη-μέλη της, σε περίπτωση που μια τρίτη χώρα, εκτός ΕΕ, επιτεθεί σε ένα από αυτά, αλλά ούτε διαθέτει ανάλογες δυνατότητες και διαδικασίες σύστασης ενισχυτικού μηχανισμού. Δεν υπάρχει δηλαδή αξιόπιστη κοινή άμυνα και εξωτερική πολιτική. Βεβαίως το στοιχείο της υπεκφυγής είναι προφανές στην προσπάθεια της Μογκερίνι να παραμείνει συνεπής με τις θέσεις που τις μεταβιβάζονται από την Κυπριακή κυβέρνηση.

Θεωρώντας  απαράδεκτη και ελλιπή  την απάντηση της Μογκερίνι,  επανήλθα με επιστολή στην Ύπατη Εκπρόσωπο, στη βάση τόσο το δικαίωμα μου που εκπηγάζει από την ελεγκτική αρμοδιότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσο και στη βάση της ιδιότητας μου ως πολίτου της Κύπρου και της Ελλάδας, χωρών, οι οποίες καθημερινά βρίσκονται κάτω από την δαμόκλειο σπάθη μιας τουρκικής επίθεσης. Καθ’ όσον  η απάντηση προσβάλλει τόσο τα κράτη-μέλη, ειδικά αυτά που θίγονται άμεσα, όσο και το ίδιο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το οποίο καλείται να ψηφίσει τόσο για το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο όσο και για  το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας, αλλά τελικά, τα χρήματα που «αφαιμάζονται» από τον προϋπολογισμό – εις βάρος π.χ. του Ταμείου Συνοχής ή της ΚΑΠ – δεν διατίθενται για την ασφάλεια όλων των κρατών-μελών και της ΕΕ στο σύνολό της.

Στη νέα μου επιστολή, κάνω σαφές στην  Μογκερίνι ότι η απάντησή της υποδηλώνει πως τελικά τα κράτη μέλη της ΕΕ δεν διαθέτουν μια πραγματική Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας, εφόσον δεν έχουν καμία υποχρέωση να συνταχθούν πίσω από ένα κράτος-μέλος, σε περίπτωση που υποστεί επίθεση. Το παράδειγμα της Γαλλίας, την περίοδο των τρομοκρατικών επιθέσεων στο Παρίσι, αν και δεν είναι χαρακτηριστικό ή ανάλογο, το αποδεικνύει ξεκάθαρα. Δηλαδή, η ίδια η Μογκερίνι υπονομεύει την ΚΠΑΑ, καθώς και την δημιουργία του Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας. Αυτό αποδεικνύεται περίτρανα και με την πρόσφατη υπογραφή «Ευρωπαϊκής Πρωτοβουλίας Επέμβασης», στις 25 Ιουνίου, από εννέα χώρες, με πρωτοβουλία της Γαλλίας, για ενισχυμένη συνεργασία στο πεδίο της άμυνας και κατάρτιση κοινών σχεδιασμών για σενάρια δυνητικών κρίσεων, που θα μπορούσαν να απειλήσουν την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Η ανεπαρκής πολιτική της ΕΕ στον τομέα αυτόν ωθεί τα κράτη-μέλη σε ανεξάρτητους συνασπισμούς.

Κοινοποίησα την επιστολή, τόσο στον Πρόεδρο της Κομισιόν  Γιούνκερ, όσο και στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου  Ταγιάνι, απαιτώντας την επανεξέταση όλων των ερωτημάτων και των ζητημάτων που έθεσα. Πιστεύω ότι  απαιτείται αναθεώρηση της Συνθήκης, σε ευθυγράμμιση με τα τρέχοντα γεωπολιτικά δεδομένα και ιδιαιτέρως υπό το πρίσμα των επιχειρησιακών βημάτων προς την κατεύθυνση ενός Ευρωπαϊκού Ταμείου Άμυνας. Ειδάλλως, ως ερμηνεύεται μέχρι τώρα το άρθρο 42 (7) από την Φεντερίκα  Μογκερίνι, αποτελεί κενό γράμμα.

Ως γνωστόν η Μογκερίνι έχει υποστηρίξει εντός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ότι δεν μπορεί να γίνει ευρωπαϊκός στρατός, αλλά εμείς ζητάμε την σύσταση μηχανισμών αντίδρασης σε ένοπλη επίθεση εναντίον κράτους μέλους. Άλλωστε είναι γνωστό ότι χώρες ως η Δανία δεν προτίθενται να δώσουν  Σεντ για την Κοινή Άμυνα και Εξωτερική Πολιτική.

Θυμίζουμε επίσης ότι στο μανιφέστο Γιούνκερ του 2016, ο Πρόεδρος λέγει: «Πρέπει να έχουμε ένα ευρωπαϊκό στρατηγείο για μια κοινή στρατιωτική δύναμη της ΕΕ». Ο Γιούνκερ δήλωσε επανειλημμένως ότι είναι υπέρ ενός ευρωπαϊκού στρατού.

Το 42,7 λειτουργεί όταν το κράτος το θέσει από μόνο του στο Συμβούλιο και ζητήσει την Αλληλεγγύη και μεριμνήσει εκ των προτέρων να έχει συμμάχους. Και παρ όλο που το όλο ζήτημα εμφανίζεται ως αρμοδιότητα του Συμβουλίου , και παρ όλο που το μοναδικό όργανο  που θεωρητικά συστάθηκε αλλά στην ουσία δεν λειτούργησε είναι τα battle groups, αρμοδία Επίτροπος είναι η Μογκερίνι. Είναι ξεκάθαρη η έλλειψη οικονομικής αλληλεγγύης και χρηστικότητας και εφ όσον η ΚΠΑΑ απαιτεί ομοφωνία, τα ζητήματα τούτα μόνο με ομοφωνία λειτουργούν.