Γράφει ο Αντρέας Τελεβάντος*

Ζούμε τις ημέρες, που κατακάθεται η σκόνη του πολέμου στο Αρτσάχ και οι Αρμένιοι μετρούν τις πληγές τους, τις απώλειες ανθρώπων, εδαφών και περιουσιών, έστω αυτών των φτωχικών σπιτιών αλλά και των σημαντικών για την πίστη τους ναών και μοναστηριών, από τη γη που διώχθηκαν, τη δική τους πατρώα, ιερή γη.

Είναι ο κατάλληλος χρόνος, για να προσεγγίσουμε κι εμείς από εδώ νηφάλια τα γεγονότα και να εξαγάγουμε κάποια χρήσιμα συμπεράσματα.

Όσο κι αν τα αισθήματά μας προς το έθνος των Αρμενίων είναι ισχυρά εδώ και αιώνες, οφείλουμε να κεφαλαιοποιήσουμε ψυχρά κι αντικειμενικά τις εμπειρίες, που προσφέρει η δυσάρεστη εξέλιξη στο μέτωπο του Ναγκόρνο – Καραμπάχ, ως πράξη πρόληψης ανάλογων δυσάρεστων τετελεσμένων.

Γυρνώντας πίσω, στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, συναντάμε την ηττημένη Γερμανία, που αιματοκύλισε την ανθρωπότητα να επιμένει στην απαίτησή της για ζωτικό χώρο, όπως και τώρα η αναθεωρητική Τουρκία απλώνει το χατζάρι της σε όλες τις γειτονικές περιοχές, κάνοντας και υπερβάσεις, όπως στην Λιβύη και στην Σομαλία, για τον ίδιο ακριβώς λόγο… τον μεγαλοϊδεατισμό και την επιθετικότητα υπέρ του ζωτικού της χώρου, που ο ελληνισμός, στα εθνικά όριά του, το εισπράττει ως όραμα της Γαλάζιας Πατρίδας του Ταγίπ Ερντογάν!

Πρέπει να σκεφτούμε, λόγω αυτού του παραλληλισμού, το τι οδυνηρές συνέπειες υπέστη η Γερμανία ως τιμωρία. Λόγω των πολιτικών, διπλωματικών και αμυντικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν, η Γερμανία για δεκαετίες ήταν ένα λιοντάρι δίχως δόντια και νύχια.

Ειδικότερα, πλήρωσε πολύ ακριβά το ολοκαύτωμα των Εβραίων, την απόπειρα γενοκτονίας ενός έθνους και των εγκλημάτων κατά την διαδικασία υλοποίησής της.

Σήμερα η Γερμανία δεν θα τολμούσε καν να διανοηθεί, να στραφεί ξανά εχθρικά εναντίον του Ισραήλ. Οι κατηγορίες σε βάρος της υπήρξαν αδιάσειστες και η αναγνώριση των εγκλημάτων της είναι κατοχυρωμένη και άρα μη παραγραφόμενη.

Όμοια εγκλήματα έχει διαπράξει και η Τουρκία από την δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα σε βάρος Αρμενίων, των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, όλων των μικρασιατικών πληθυσμών, του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου, της Τενέδου και πιο πρόσφατα εδώ στην Κύπρο κατά την εισβολή του 1974.

Η Τουρκία ουδέποτε υπέστη ούτε μικρό μέρος όσων μέτρων και αντιποίνων τιμωρίας και σωφρονισμού ίσχυσαν σε βάρος της ναζιστικής Γερμανίας. Όλα τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας από το 1939 έως το 1945 αναγνωρίστηκαν και η Γερμανία έμοιαζε για πολλές δεκαετίες ως ο βαρυποινίτης της οικουμένης, κουβαλώντας τα δεινά και της Θέτιδας και της Νέμεσης. Η Γερμανία δεν συμμορφώθηκε απλώς αλλά ευνουχίστηκε και γεωστρατηγικά και διπλωματικά, μοιράστηκε στα δύο και αποτέλεσε εργαλείο του Ψυχρού Πολέμου, πεδίο αντιπαράθεσης του δίπολου των ισχυρών Δύσης και Ανατολής. Η επικίνδυνη και επιζήμια Γερμανία, όπως διαμορφώθηκε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 30 αποκεφαλίστηκε, ενώ η νέα Γερμανία θα κουβαλά δια παντός τις κυρώσεις, που απορρέουν από το ζοφερό κι επώδυνο παρελθόν, της παλιάς.

Εδώ αναδεικνύεται και η σημασία της αναγνώρισης των γενοκτονιών. Η αναγνώριση μιας γενοκτονίας από την παγκόσμια κοινότητα, δεν είναι απλά ένα καπρίτσιο κάποιων, που ασχολούνται με την Ιστορία, δεν είναι απλά μια επιστημονικά ιστορική αναγκαιότητα, αλλά μια απόδοση δικαιοσύνης, μια πράξη παραδοχής πως υπάρχει ένας θύτης κι ένα θύμα.

Μια διπλή παραδοχή, που θα έχει απότοκο, αφενός πρωτίστως την προστασία του θύματος και αφετέρου την ομόφωνη καταδίκη και την παραδειγματική τιμωρία του θύτη δολοφόνου λαού ή κράτους.

Η Τουρκία στράφηκε κατά των αρμενικών πληθυσμών από το 1891 με πλήθος αποτρόπαιων σφαγών, που κορυφώθηκαν με τα ανελέητα εγκλήματα του 1915 – 1918.

Εκείνα τα γεγονότα αποτελούν ντροπή για όλη την ανθρωπότητα, που στρέφει εμμονικά αλλού το βλέμμα και όχι μόνο για τους αιμοδιψείς Τούρκους. Κι ενώ η Τουρκία από τότε θα έπρεπε να έχει καθίσει στο σκαμνί του Διεθνούς Δικαστηρίου και οι προβλεπόμενες ποινές να την περιορίζουν ως τις μέρες μας αλλά και δια παντός, ως υπότροπη κατά συρροή μάλιστα, αντιθέτως σήμερα βρίσκει το θράσος να επιτίθεται ξανά στο έθνος των Αρμενίων, στηρίζοντας τα αζέρικα συμφέροντα και τα μακρόπνοα δικά της.

Είναι το ίδιο πράγμα, σαν να βλέπαμε σήμερα τη Συρία ή την Αίγυπτο να επιτίθενται στο Ισραήλ με την στρατιωτική βοήθεια της Γερμανίας!

Θα το τολμούσε η Γερμανία; Θα το σκέφτονταν η πανίσχυρη οικονομικά Γερμανία; Όχι!

Άρα, η αναγνώριση των γενοκτονιών δεν είναι μια ιστορική ιδιοτροπία ούτε ένας εθνικιστικός ψυχαναγκασμός, όπως η ελληνόφωνη αριστερή διανόηση το αντιμετωπίζει.

Έχει βαρύνουσα σημασία και αφορά και στην πρόληψη και στην καταστολή παρόμοιων φαινομένων στην εποχή μας και στο μέλλον.

Φυσικά και η Αρμενία, μετά την διάλυση της Ε.Σ.Σ.Δ., της οποίας αποτελούσε μέρος, ως μια Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Νοτίου Καυκάσου, έχει ένα πρόβλημα. Εμφανίζεται ως χώρα δεμένη στο άρμα της Ρωσίας. Αυτό προσδιορίζει ή έστω προδιαθέτει και τις συμμαχίες της.

Δύσκολα λοιπόν θα έβρισκε η Αρμενία διπλωματικά στηρίγματα όπως βρήκε η Κύπρος στην Ελλάδα, στην Γαλλία, στο Ισραήλ… απέναντι στην Τουρκία. Κατά την διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων η σιωπή της Δύσης ήταν εκκωφαντική με πρώτη την Γαλλία, που μετά και το BREXIT δείχνει τον κυρίαρχο γεωπολιτικό της ρόλο με κάθε ευκαιρία και ειδικά κατά της Τουρκίας. Μόνο μετά τον επώδυνο για τους Αρμενίους τερματισμό των εχθροπραξιών, προχώρησε η Γαλλία σε μια δήλωση καταδίκης… Όμως με δηλώσεις διαφοροποιείσαι, αλλά δεν τιμωρείς και δεν αποκαθιστάς τίποτα.

Το Ναγκόρνο – Καραμπάχ είναι μια περιοχή περίκλειστη, περιτριγυρισμένη από αζερικά εδάφη κατοικημένη από Αρμενίους. Στον πόλεμο του 1994, οι Αρμένιοι είχαν καταλάβει όλες τις περιοχές, που ένωναν το Ναγκόρνο – Καραμπάχ με την Αρμενία. Αυτές οι περιοχές, που διεκδικούνταν από το Αζερμπαϊτζάν, υποχρεώθηκε να παραδώσει τώρα η Αρμενία, με ένα επιπλέον τμήμα του Ναγκόρνο – Καραμπάχ. Οι Αρμένιοι, ηττημένοι από τους συνεπικουρούμενους από τους Τούρκους, Αζέρους, χάνουν την δυνατότητα να ενώσουν δικά τους εδάφη – πατρίδες και υφίστανται και εθνικό ακρωτηριασμό, σαν αυτόν της Κύπρου το 1974.

Στην νέα κατάσταση δεν έχουμε ειρήνη, δεν τέλειωσε ο πόλεμος οριστικά, ενώ οι Αρμένιοι χάνουν εδάφη και το 20% του Αρτσάχ (Ναγκόρνο – Καραμπάχ).

Η περίπτωση του Αρτσάχ διαφέρει από την Κύπρο και η Ελλάδα είναι σε πολύ πλεονεκτικότερη θέση από την Αρμενία, διότι και σε μεγάλους συμμαχικούς σχηματισμούς μετέχουμε και διαθέτουμε έναν σεβαστό αριθμό για την περιοχή διμερών και τριμερών συμμαχικών συμφωνιών. Η Αρμενία ήταν μόνη της με μεγαλύτερη απογοήτευσή της την Ρωσία, που κοίταξε να διασφαλίσει τα ευρύτερα συμφέροντά της στην περιοχή του Καυκάσου κι όχι να βοηθήσει τους ομόδοξους Ορθοδόξους Αρμένιους απέναντι στην υψωμένη ημισέληνο του Ισλάμ, Αζέρων και Τούρκων. (Μεγάλο μάθημα αυτό και για ευφάνταστους προσδοκούντες δικούς μας από το… ξανθό γένος).

Ως το 2018 οι Αρμένιοι στηρίζονταν στους Ρώσους, πιστεύοντας πως θα τους βοηθήσουν ό,τι κι αν τους συνέβαινε. Όμως η στροφή της αρμενικής διπλωματίας και προς τη Δύση, επί κυβερνήσεως Πασινιάν, ενόχλησε την Μόσχα κι έτσι… και η Ρωσία, με το πάθημα που προκάλεσε το Αζερμπαϊτζάν και η Τουρκία στους Αρμένιους, το εκμεταλλεύτηκε στυγνά, επεμβαίνοντας όποτε εκείνη έκρινε, στέλνοντας μήνυμα προς όλες τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, να μην σκεφθούν καν ανεξάρτητη ή φιλοδυτική πορεία, διότι δεν θα προσφέρει την βοήθειά της, όταν θα την έχουν ανάγκη.

Το αρμενικό Αρτσάχ δηλαδή, έγινε και Τροία από τους Τουρκοαζέρους και Ιφιγένεια, ως εξιλαστήριο θύμα, από τους Ρώσους!

Και… μετράμε τώρα νικητές. Οπωσδήποτε οι Αζέροι, που κερδίζουν εδάφη. Οι Τούρκοι μετά από ήττες ή «τρύπες στο νερό» επιτυγχάνουν την πρώτη χειροπιαστή και τεράστιας σημασίας νίκη τους, ως αρωγοί των Αζέρων και φαίνεται πως συμφώνησαν με την Ρωσία να εμπλακούν μερικώς και ως ειρηνευτική δύναμη, μαζί με τους Ρώσους στην επίμαχη ζώνη, κάνοντας αισθητή πλέον την παρουσία τους στα τουρανικά κράτη. Παράλληλα ο Ερντογάν έχει να δείξει και μια επιτυχία στο εσωτερικό μέτωπο της χώρας του, όπου τελευταία μόνο άνετα δεν αισθανόταν.

Κερδίζουν όμως και οι Ρώσοι! Ποιος θα το φαντάζονταν, πως εκείνοι, που έφευγαν ταχέως μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, από τον Νότιο Καύκασο, θα επέστρεφαν τώρα πανηγυρικά και μάλιστα προσκεκλημένοι των δύο κρατών, των δύο αντιμαχόμενων πλευρών.

Σε κάθε περίπτωση, ενώ φαινομενικά οι Ρώσοι είναι απέναντι από τους Τούρκους σε Καύκασο, Συρία και Λιβύη, είναι φανερό όμως πως ο Πούτιν επιλέγει να μιλά και να μοιράζει δικαιοδοσίες με τον Ερντογάν. Συμπαίκτες μοιάζουν ο νεοτσάρος κι ο νεοσουλτάνος κι όχι αντίπαλοι στην σκακιέρα της περιοχής μας.

Το κρισιμότερο όμως είναι, πως τον Ερντογάν τον θέλει και η Δύση και η Ανατολή ως σύμμαχο κι είναι στη δική του ευχέρεια, να επιλέξει στρατόπεδο. Από την άλλη, όσο τον κρατά σφιχτά ο Πούτιν, δείχνει να γλυκαίνεται και η επιλογή νύφης, μεταξύ Δύσης και Ανατολής, θα είναι δύσκολη και ίσως… καταστροφική, τόσο για τον ίδιο, όσο και για την χώρα του!

Υπάρχει όμως κι ένα μάθημα στρατηγικής και τακτικής πολέμου από την αρμενική τραγωδία.

Φαίνεται πως ο πόλεμος κρίθηκε χάρη στην ευρεία χρήση drones (μη επανδρωμένων πτητικών μηχανών), που η αεράμυνα των Αρμενίων δεν μπόρεσε να αναχαιτίσει, αφού είχε σχεδιαστεί μόνο για την αντιμετώπιση μεγαλύτερων στόχων, των συμβατικών πολεμικών αεροσκαφών. Η Τουρκία, αν θέλουμε να το πούμε όσο πιο απλά γίνεται, με την συμβολή της στις επιχειρήσεις του Αρτσάχ, πρόδωσε την νέα αποτελεσματική από αέρος τακτική της σε εμάς. Το φθηνό πλήθος των drones, πετώντας, εξάντλησε την αρμενική αεράμυνα κι έτσι τόσο τα drones όσο και τα υπόλοιπα πτητικά τους μέσα έδρασαν σχεδόν ανενόχλητα, συνεχίζοντας να πλήττουν και να καταστρέφουν θέσεις των Αρμενίων και αμάχους.

Ήταν η τρίτη χρήση τέτοιων μη επανδρωμένων αεροσκαφών από την Τουρκία και η πρώτη επιτυχής! Δείχνουν λοιπόν να μαθαίνουν σε πραγματικές συνθήκες την χρήση και την αποτελεσματικότητα του νέου όπλου!

Ας το λάβουν σοβαρά υπ’ όψη τους αυτό οι δύο κυβερνήσεις Αθηνών και Λευκωσίας και σε συνεργασία με τις Ένοπλες Δυνάμεις, ας αποφασίσουν με τις εισηγήσεις των ηγεσιών (Γ.Ε.ΕΘ.Α. και Γ.Ε.Ε.Φ.), αν θα προχωρήσουν σε προμήθεια drones ακολουθώντας τους Τούρκους, που δείχνουν να ξεφεύγουν σε τεχνολογία ή να στραφούν σε αντι-drones συστήματα άμυνας ή σε συνδυασμό και των δύο επιλογών.

Όλα τούτα πρέπει, να είναι οι σκέψεις μας και να πάψουμε πλέον να μην βλέπουμε, να μην καταλαβαίνουμε και να μην διδασκόμαστε.

Το πληρώσαμε πικρά και σκληρά στο παρελθόν. Ας μην επιτρέψουμε να επαναληφθεί!

*Ο Αντρέας Τελεβάντος είναι Πρόεδρος της Νεολαίας Κινήματος «Αλληλεγγύη» και υποψήφιος βουλευτής Λευκωσίας