Του Γιάννη Σελινόπουλου

Με αφορμή την «επίθεση» που δέχθηκα πρόσφατα σε ΜΜΕ και στο διαδίκτυο από ορισμένους για μια αναφορά μου σε πρωινή τηλεοπτική εκπομπή περί κομματικών ιδεολογικών ταυτοτήτων, ξεκινώ να γράψω τις παρακάτω γραμμές. Όχι ως εκπρόσωπος Τύπου της Αλληλεγγύης, αλλά ως ελεύθερος άνθρωπος.
Ανάμεσα σε αυτές τις επιθέσεις, δέχθηκα κάποιες συγκεκριμένης μορφής, όχι μόνο από έμμισθους όπως την αφεντιά μου αλλά και άμισθους, η οποία αφορούσε το γεγονός ότι είμαι Ελλαδίτης και όχι Ελληνοκύπριος, άρα περίπου «κάτσε κάτω εσύ, δεν δικαιούσαι να μιλάς για τα πολιτικά στην Κύπρο».
Η αλήθεια είναι ότι πληγώθηκα αρκετά και ας μην απάντησα σε κανέναν τους στο διαδίκτυο. Ας χαρούν τώρα που το διαβάζουν. Πέτυχαν τον σκοπό τους. Με έκαναν να νιώσω έστω για την ώρα που τους διάβαζα, και ξένος και ανεπιθύμητος. «Εξ Ελλάδος επισκέπτης». Όπως είχε πει τότε ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κύριος Νίκος Αναστασιάδης. Ενοχλήθηκα και τότε. Αλλά η αλήθεια είναι πως όχι αρκετά. Σκέφθηκα, «αποκλείεται να νιώσουν έτσι ψηφοφόροι του».
Εδώ και λίγες μέρες κατάλαβα ότι έκανα λάθος. Δεν ξέρω πόσοι, αλλά κάποιοι όντως νιώθουν έτσι.
Βρίσκομαι στην Κύπρο τα τελευταία 22 χρόνια, από το 1995, όπου υπηρέτησα ως καταδρομέας 15 από τους 18 μήνες της στρατιωτικής μου θητείας στο Σταυροβούνι. Έχω δύο κόρες, θα κλείσουν τα 17 και 10 αντίστοιχα. Ζουν από τη γέννηση τους εδώ. Ελληνίδες Κύπριες. Όλο τους το παρελθόν είναι εδώ, και όλο τους το μέλλον πιθανότατα να είναι εδώ. Σαν εμάς, «μεικτοί» είμαστε πολλοί εδώ.
Πόσο εύκολα μπορεί οποιοσδήποτε να φιμώσει οποιονδήποτε άλλον ζει εδώ, για τα πολιτικά πράγματα του τόπου όπου ζει και θα ζει εδώ μαζί με τα παιδιά του, και μετά τη Δευτέρα 5 του Φλεβάρη;
Ενοχλήθηκαν από τη δήλωση μου, αλλά δεν αντιλαμβάνονται ότι και μόνο η ενόχληση τους είναι επιβεβαίωση όσων είπα. Διότι πριν κάποια χρόνια, οι ίδιοι άνθρωποι δεν θα έκαναν κανέναν Ελλαδίτη να νιώθει επισκέπτης στην Κύπρο. Ούτε για προεκλογικές σκοπιμότητες αποδόμησης προσωπικότητας κ.τ.λ. Πριν κάποια χρόνια υπήρχαν πραγματικές σχέσεις των ηγετών τους με την Αθήνα. Τώρα, γκουγκλάρεις το όνομα του αρχηγού τους και «επίσκεψη Αθήνα», για να δεις πόσες φορές πήγε στην ελληνική πρωτεύουσα ο ηγέτης του κυβερνώντος κόμματος της Κύπρου, από τότε που κυβερνά. Σου βγάζει μόνο για το θωρηκτό. Έψαξα αλλά δεν έμαθα πόσες φορές διάβηκε τα σκαλιά της Βουλής των Ελλήνων ή του Μεγάρου Μαξίμου ο ηγέτης του κυβερνώντος κόμματος της Κύπρου. Πώς μιλά τόσο άνετα για «άριστες σχέσεις Ελλάδος Κύπρου», όταν ΟΥΤΕ ΣΥΜΒΟΛΙΚΑ δεν έχει συμβάλλει προς αυτό;
Πώς συνέβαλε προς αυτή την κατεύθυνση π.χ. ο υπουργός των Οικονομικών αυτής της κυβέρνησης, όταν στάθηκε απέναντι από την Ελλάδα, μαζί με τους υπόλοιπους ευρωεταίρους, την ώρα που η Ελλάδα ήταν στην γερμανική διαπραγματευτική μέγγενη;
Νομίζουν ότι παρόμοιες δράσεις ή αδράνειες εκφράζουν την πλειοψηφία των πολιτών σε αυτόν τον τόπο; Στρουθοκαμηλίζουν. Όλοι οι Έλληνες, στη Βόρεια Ήπειρο, παντού στον κόσμο, παλεύουν να διατηρήσουν την ελληνικότητα τους σε ξένα ή κλεμμένα χώματα, και στα ελληνικά χώματα της Κύπρου υπάρχουν Έλληνες που ενοχλούνται ακόμη και με την παρουσία και τον λόγο άλλων Ελλήνων.
Θα τους το πω ξεκάθαρα: Δεν είναι η ελληνική συνείδηση των Ελληνοκυπρίων που εμποδίζει τη λύση, και θέλουν να την εξαλείψουν. Είναι η αδικία που εμποδίζει τη λύση. Αυτή που προάγουν οι ίδιοι. Η αδικία όμως δεν έχει καταγωγή, σε όλο τον κόσμο η ίδια είναι. Αυτή πρέπει να εξαλειφθεί, για να υπάρξει σωστή λύση. Για αυτό είμαι κοντά στην Ελένη Θεοχάρους. Για αυτό υποστηρίζω Νικόλα Παπαδόπουλο.