*ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΜΠΑΡΡΗ, ΥΠΟΨΉΦΙΟΥ ΒΟΥΛΕΥΤΗ ΛΕΜΕΣΟΥ. ΚΙΝΗΜΑ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ            

Ελάχιστοι μιλούν, ελάχιστοι ασχολούνται. Χάθηκε από την επικαιρότητα.  Την έφαγε ο Κορωνο-ιός, την έφαγε η διαφθορά, την έφαγε ο Αλ Τζαζίρα , τα διαβατήρια, οι εκβιασμοί για τον προϋπολογισμό. 

-Πού χρόνος τώρα για την αγαπημένη μας πόλη, την Αμμόχωστο μας;

Έχουν άλλες έγνοιες οι κρατούντες και τα “κόμματα εξουσίας”, παίζουν θέατρα και ασχολούνται με θέματα που θα φέρουν ψήφους και όχι με όσα ενδεχομένως θα αφαιρέσουν.  Πλησιάζουν γαρ οι εκλογές.  Τι κι αν φωνάζει ο σεμνός  Δήμαρχος της πόλης, τι κι αν σπαράζουν οι αγνοί Αμμοχωστιανοί που έχουν αφήσει εκεί ριζωμένη την καρδιά και την ψυχή τους.  Ας σιωπήσουμε λοιπόν όλοι μήπως μας κατηγορήσουν ότι υποστηρίζουμε την «Αμμοχωστοποίηση» του Κυπριακού.

            Οι κυβερνώντες βουβάθηκαν.  Εννοώ και της Κύπρου και της Ελλάδας που δεν είχαν καν το σθένος να υποστηρίξουν μέχρι τέλους τις κυρώσεις κατά της Τουρκίας μπας και θυμώσουν οι Τούρκοι και χάσουμε έτσι το «κελεπούρι» της Πενταμερούς. Και πάνε στην πενταμερή χωρίς καν να θέτουν ως προϋπόθεση την άρση των νέων τετελεσμένων ανοίγματος και  εποικισμού της βουβής πολιτείας. Στο τέλος κυρώσεις δεν υπήρξαν και το χειρότερο, υπακούοντας στους «φίλους μας» τους Γερμανούς, πανηγύρισαν για τη μεγαλειώδη νίκη μας και γελοιοποιήθηκαν αμφότεροι.  Αυτούς τους ηγέτες έχουμε.

            Πού να ελπίζει λοιπόν η σκλαβωμένη μας πόλη: Ως βιασθείσα κόρη, εγκαταλελειμμένη απ’ αυτούς που θα πρέπει να την υπερασπιστούν, δέχεται τα χαϊδέματα και τη φροντίδα του βιαστή-κατακτητή που απλόχερα φυτεύει στο σώμα της λουλούδια που τα κουβαλάει από την Τουρκία, για να σκεπάσουν τις πληγές και τα καρφιά που χρόνια την κρατούν σταυρωμένη.

            Στήνει πανηγύρια ο Βάρβαρος για να την κάνει να χαμογελάσει, αλλά η κόρη πονάει, άλλα από εμάς περιμένει.

            Σ’  αυτό το σκηνικό ο δημιουργοί και οι χτίστες της όμορφης πόλης, από μακριά κοιτάζουν και πονάνε, μέχρι να καταλήξουν κι αυτοί στο πλησιέστερο κοιμητήριο της προσφυγιάς.  Ούτε καν φωνάζουν πια, δεν ακούει κανένας, σιωπούν, βάζουν φρόνιμοι τη μάσκα της, αποφεύγουν τις επαφές, αποκοιμούνται στον φτωχικό καναπέ τους, καθώς βλέπουν τα έργα του κορωνοϊού και μετρούν τους φίλους συμπολίτες τους που πεθαίνουν μόνοι στα γηροκομεία. Έτσι τους είπαν να λένε καθώς τους βρήκαν και αρκετά υποκείμενα νοσήματα.  Έτσι κι αλλιώς δεν θα καταλάβουν τι σημαίνει υποκείμενα νοσήματα.

            Να μην τολμήσουν, προπάντων να σκεφτούν κάτι για τις περιουσίες τους στην πόλη, γιατί θα τους βαφτίσουν «προδότες», οι προδότες. Με  αυτά θα ασχοληθούν μετά οι «πατριώτες».  Αυτό κι αν είναι κατάντημα.

            Άντεξε αγαπημένη μας Αμμόχωστος.  Σαν αυτούς είδες πολλούς.

Ελάχιστοι μιλούν, ελάχιστοι ασχολούνται. Χάθηκε από την επικαιρότητα.  Την έφαγε ο Κορωνο-ιός, την έφαγε η διαφθορά, την έφαγε ο Αλ Τζαζίρα , τα διαβατήρια, οι εκβιασμοί για τον προϋπολογισμό. 

-Πού χρόνος τώρα για την αγαπημένη μας πόλη, την Αμμόχωστο μας;

Έχουν άλλες έγνοιες οι κρατούντες και τα “κόμματα εξουσίας”, παίζουν θέατρα και ασχολούνται με θέματα που θα φέρουν ψήφους και όχι με όσα ενδεχομένως θα αφαιρέσουν.  Πλησιάζουν γαρ οι εκλογές.  Τι κι αν φωνάζει ο σεμνός  Δήμαρχος της πόλης, τι κι αν σπαράζουν οι αγνοί Αμμοχωστιανοί που έχουν αφήσει εκεί ριζωμένη την καρδιά και την ψυχή τους.  Ας σιωπήσουμε λοιπόν όλοι μήπως μας κατηγορήσουν ότι υποστηρίζουμε την «Αμμοχωστοποίηση» του Κυπριακού.

            Οι κυβερνώντες βουβάθηκαν.  Εννοώ και της Κύπρου και της Ελλάδας που δεν είχαν καν το σθένος να υποστηρίξουν μέχρι τέλους τις κυρώσεις κατά της Τουρκίας μπας και θυμώσουν οι Τούρκοι και χάσουμε έτσι το «κελεπούρι» της Πενταμερούς. Και πάνε στην πενταμερή χωρίς καν να θέτουν ως προϋπόθεση την άρση των νέων τετελεσμένων ανοίγματος και  εποικισμού της βουβής πολιτείας. Στο τέλος κυρώσεις δεν υπήρξαν και το χειρότερο, υπακούοντας στους «φίλους μας» τους Γερμανούς, πανηγύρισαν για τη μεγαλειώδη νίκη μας και γελοιοποιήθηκαν αμφότεροι.  Αυτούς τους ηγέτες έχουμε.

            Πού να ελπίζει λοιπόν η σκλαβωμένη μας πόλη: Ως βιασθείσα κόρη, εγκαταλελειμμένη απ’ αυτούς που θα πρέπει να την υπερασπιστούν, δέχεται τα χαϊδέματα και τη φροντίδα του βιαστή-κατακτητή που απλόχερα φυτεύει στο σώμα της λουλούδια που τα κουβαλάει από την Τουρκία, για να σκεπάσουν τις πληγές και τα καρφιά που χρόνια την κρατούν σταυρωμένη.

            Στήνει πανηγύρια ο Βάρβαρος για να την κάνει να χαμογελάσει, αλλά η κόρη πονάει, άλλα από εμάς περιμένει.

            Σ’  αυτό το σκηνικό ο δημιουργοί και οι χτίστες της όμορφης πόλης, από μακριά κοιτάζουν και πονάνε, μέχρι να καταλήξουν κι αυτοί στο πλησιέστερο κοιμητήριο της προσφυγιάς.  Ούτε καν φωνάζουν πια, δεν ακούει κανένας, σιωπούν, βάζουν φρόνιμοι τη μάσκα της, αποφεύγουν τις επαφές, αποκοιμούνται στον φτωχικό καναπέ τους, καθώς βλέπουν τα έργα του κορωνοϊού και μετρούν τους φίλους συμπολίτες τους που πεθαίνουν μόνοι στα γηροκομεία. Έτσι τους είπαν να λένε καθώς τους βρήκαν και αρκετά υποκείμενα νοσήματα.  Έτσι κι αλλιώς δεν θα καταλάβουν τι σημαίνει υποκείμενα νοσήματα.

            Να μην τολμήσουν, προπάντων να σκεφτούν κάτι για τις περιουσίες τους στην πόλη, γιατί θα τους βαφτίσουν «προδότες», οι προδότες. Με  αυτά θα ασχοληθούν μετά οι «πατριώτες».  Αυτό κι αν είναι κατάντημα.

            Άντεξε αγαπημένη μας Αμμόχωστος.  Σαν αυτούς είδες πολλούς.